Υπέβαλλαν μαθητές σε ηλεκτροσόκ σε πείραμα

Ένα από τα πιο πρωτοποριακά πειράματα κοινωνικής ψυχολογίας έγινε τη δεκαετία του ’60 από τον Stanley Milgram στο Πανεπιστήμιο Yale των ΗΠΑ.

Στο πείραμα, το οποίο έγινε γνωστό με το όνομα του, οι συμμετέχοντες πληροφορήθηκαν ότι θα εξετάζονταν η ακριβής σχέση μεταξύ εκμάθησης και τιμωρίας.

Με κλήρο επιλέγονταν ένας «δάσκαλος» και ένας «μαθητής». Αν ο μαθητής δεν απαντούσε σωστά σε κάποια ερώτηση του δασκάλου, αυτός θα πατούσε, υπό την επίβλεψη ενός ερευνητή, ένα κουμπί και θα διοχέτευε στο σώμα του μαθητή ηλεκτρικό ρεύμα. Για κάθε λάθος απάντηση, ο δάσκαλος θα δυνάμωνε το ηλεκτροσόκ κατά 15 βολτ. Στη πραγματικότητα, όμως, η κλήρωση ήταν «στημένη» και όλοι οι μαθητές ήταν ηθοποιοί. Το μηχάνημα δεν έβγαζε ρεύμα και ο ηθοποιός αντιδρούσε στο «ηλεκτροσόκ» σαν να πονούσε πραγματικά.

Ο βασικός σκοπός του πειράματος ήταν να εξεταστεί μέχρι πιο σημείο μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος όταν πρέπει να εκτελέσει μια σαφή εντολή. Και πιο συγκεκριμένα, κατά πόσον είναι διατεθειμένος να προκαλέσει πόνο σε κάποιον άγνωστο, ακόμη και αν αυτό του προκαλεί τύψεις. Όταν ο δάσκαλος δίσταζε να αυξήσει την ισχύ του ρεύματος, ο επικεφαλής του πειράματος τον παρότρυνε να συνεχίσει, τονίζοντας του ότι δεν έχει άλλη επιλογή.

Τα αποτελέσματα του πειράματος έδειξαν ότι τα δύο τρίτα των «δασκάλων» – ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου και μορφωτικού επιπέδου- έφτασαν στο σημείο να κάνουν «θανατηφόρο» ηλεκτροσόκ στο «μαθητή», ακόμη κι αν ο μαθητής εκλιπαρούσε να διακόψουν το πείραμα, ούρλιαζε από πόνο ή δεν αντιδρούσε πλέον στις ερωτήσεις που του έκαναν. Το πείραμα πραγματοποιήθηκε σε περίπου 40 χώρες, και το αποτέλεσμα σε όλες ήταν το ίδιο.