Πίνουν τα ψάρια νερό;

Άλλα ναι και άλλα όχι, είναι μια πρώτη απάντηση. Στα περισσότερα είδη ψαριών η διαφορά στην περιεκτικότητα άλατος, ανάμεσα στο εσωτερικό τους και το νερό στο οποίο κολυμπούν είναι μεγάλη. Τα περισσότερα ψάρια, επομένως, υπόκεινται σε οσμωτική πίεση.

Η πίεση αυτή προκύπτει από τη διαφορά συγκέντρωσης μιας ουσίας – για παράδειγμα, άλατος – σε ένα υγρό στις δύο πλευρές μιας ημιπέρατης μεμβράνης. Η διαφορά συγκέντρωσης αναγκάζει το υγρό να διαχέεται μέσω της μεμβράνης.

Στα ψάρια της θάλασσας, το νερό έχει την τάση να εκρέει από αυτά, αφού η περιεκτικότητα άλατος στο σώμα τους είναι χαμηλότερη από αυτή του νερού που τα περιβάλλει. Τα περισσότερα ψάρια της θάλασσας έχουν περιεκτικότητα άλατος ίση με το ένα τρίτο εκείνης του περιβάλλοντος τους. Τα ψάρια χάνουν κυρίως νερό μέσω της μεμβράνης των βράγχιων του, εκεί που το δέρμα τους είναι πιο λεπτό. Για να μην πάθουν αφυδάτωση, πρέπει να πίνουν νερό, και για αυτό καταπίνουν θαλασσινό νερό κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Έτσι όμως παίρνουν αλάτι, το οποίο πρέπει μετά να αποβάλλουν. Για τον λόγο αυτό, τα ψάρια διαθέτουν τα λεγόμενα χλωροκύτταρα, που φροντίζουν να απομακρύνεται το αλάτι από το σώμα τους.

Τα ψάρια του γλυκού νερού, τώρα, έχουν το εντελώς αντίστροφο πρόβλημα. Έχουν πλεόνασμα νερού στο σώμα τους, γιατί το νερό που τα περιβάλλει εισχωρεί συνεχώς μέσα τους. Τα ψάρια του γλυκού νερού επομένως, δεν χρειάζεται να πίνουν νερό, αλλά, αντίθετα, αποβάλλουν το παραπανίσιο νερό μέσω των πολύ εξειδικευμένων νεφρών τους.

Ορισμένα ψάρια αποφεύγουν την κατανάλωση ενέργειας για την ρύθμιση της ισορροπίας των υγρών εντός τους. Πρωτόγονα ψάρια, όπως το μυξινόψαρο, έχουν την ίδια συγκέντρωση αλατιού μέσα τους με εκείνη του θαλασσινού νερού. Σε περίπτωση που ανέβουν τα επίπεδα άλατος στο εσωτερικό του, το μυξινόψαρο αφήνει νερό να διαρρεύσει μέσω του λεπτού δέρματος του.