Το ταξίδι στο διάστημα αλλάζει το ανθρώπινο DNA

Μελετώντας τις γενετικές διαφορές μεταξύ των διδύμων Scott και Mark Kelly, η ΝΑΣΑ βρήκε κάποια απροσδόκητα αποτελέσματα.

Η ΝΑΣΑ έδωσε στη δημοσιότητα τα πρώτα αποτελέσματα από ένα πείραμα που έκανε προκειμένου να ανακαλύψει τις γενετικές επιδράσεις που έχει στον ανθρώπινο οργανισμό η παραμονή στο διάστημα.

Για να πραγματοποιήσει το πείραμα, η υπηρεσία αποφάσισε να στείλει στο Διεθνή Διαστημικό Σταθμό  για διάστημα ενός έτους,  τον αστροναύτη  Scott Kelly, την ώρα που ο πανομοιότυπος δίδυμος αδερφός του, ο επίσης αστροναύτης  Mark Kelly, παρέμεινε στη Γη.

Οι αδερφοί Kelly σαν πανομοιότυποι δίδυμοι μοιράζονταν το ίδιο DNA, ωστόσο μετά το πείραμα φαίνεται πως τα σώματά τους  άλλαξαν σε γονιδιακό επίπεδο. Επιστήμονες  από 21 Πανεπιστήμια ανέλυσαν βιολογικά δείγματα και από τα δυο αδέρφια για να εντοπίσουν αλλαγές που πιθανόν να έλαβαν χώρα.

Ο αστροναύτης Scot Kelly παρέμεινε για έναν χρόνο στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό

Η πιο συναρπαστική ανακάλυψη που έκαναν οι επιστήμονες αφορά τα τελομερή (περιοχή του DNA που βρίσκεται στο τέλος του χρωμοσώματος και προστατεύει τη χρήσιμη γενετική πληροφορία από τη φθορά ). Τα τελομερή συνδέονται με την γήρανση , καθώς το μήκος τους μειώνεται καθώς γερνάμε και επηρεάζονται από παράγοντες όπως το κάπνισμα, η κακή διατροφή, το στρες και η έλλειψη άσκησης.

Πριν την μελέτη  πιστευόταν πως το στρες που προκαλεί η παραμονή στο διάστημα θα οδηγούσε στην συρρίκνωση των τελομέρων του Scott σε σχέση με τον αδερφό του.  Αντ ‘αυτού οι επιστήμονες, προς μεγάλη τους έκπληξη ανακάλυψαν πως τα τελομερή  του Scott αυξήθηκαν σε μήκος, ενώ μόλις επέστρεψε στη Γη πήραν ξανά το κανονικό τους μέγεθος . Η ΝΑΣΑ από την πλευρά της,  εικάζει  πως αυτή η αύξηση  μπορεί να οφείλεται στη χαμηλή σε θερμίδες διατροφή που λάμβανε ο Σκοτ κατά την παραμονή του τον Διαστημικό Σταθμό, καθώς και στο γεγονός ότι ασκούταν περισσότερο.

Πέρα από αυτό, παρατηρήθηκε πως ο Scott είχε λιγότερη μεθυλίωση του DNA όσο ήταν στο διάστημα, τη στιγμή που ο αδερφός του στη Γη είχε αύξηση, με τους ερευνητές, προς το παρόν τουλάχιστον, να μην  γνωρίζουν τον λόγο για τον οποίο συνέβη κάτι τέτοιο.